Η οικιακή οικονομία της Αίγινας - Μέρος δεύτερο

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί το δεύτερο μέρος από τη μελέτη του θεολόγου - εκπαιδευτικού Γεωργίου Μπήτρου με τίτλο: "Το παραδοσιακό αγροτικό σπίτι της Αίγινας και η οικιακή οικονομία. Καλλιέργειες και διατροφή."

Η διατροφή εκείνα τα χρόνια καθοριζόταν εν πολλοίς από τα προϊόντα που αναφέραμε. Από όσα έδινε το χωράφι και από την μικρή οικιακή κτηνοτροφία και πτηνοτροφία. Το κρέας αν υπήρχε (έσφαζαν ζώο ή αγόραζαν) προοριζόταν για 2 ή 3 φορές το χρόνο. Το τραπέζι ήταν λιτό, οι εποχές δύσκολες και πολλά από τα προϊόντα πωλούνταν, ώστε με τα λιγοστά χρήματα να καλυφθούν άλλες ανάγκες.
Αν λοιπόν η παραγωγή ήταν καλή, πουλούσαν λάδι, κρασί, σιτάρι, αβγά, σύκα, σταφύλια, βερίκοκα, αμύγδαλα και καμιά κότα ή κόκορα.

Ένα συνηθισμένο αγροτικό σπίτι της παλιάς Αίγινας ήταν χτισμένο με βάση τις ασχολίες και τις ανάγκες των ανθρώπων του. Όλα τα δωμάτια ήταν στη σειρά, το ένα δίπλα στο άλλο. Το σπίτι ήταν προφυλαγμένο από το βοριά, γι’ αυτό όλες οι πόρτες του κοίταγαν προς το νοτιά. Η κουζίνα ήταν μικρή, ακολουθούσε το μεγάλο υπνοδωμάτιο. Κατόπιν υπήρχαν σε κατώτερο επίπεδο οι βοηθητικοί χώροι όπου αποθηκεύονταν τα εργαλεία και τα προϊόντα του σπιτιού.

Ακολουθούσε η σάλα, η οποία ήταν υπερυψωμένη. Η πρόσβαση στη σάλα γινόταν μόνο εξωτερικά με πέτρινη σκάλα. Ήταν ένα δωμάτιο κλειστό, ξεκομμένο από την υπόλοιπη ζωή του σπιτιού, το πιο επίσημο που προοριζόταν για γιορτές, για ειδικές περιστάσεις (αρραβώνες, γάμους, - τότε οι γάμοι γίνονταν στα σπίτια) ή για φιλοξενία κάποιων επισκεπτών. Απαραίτητα στην αυλή του ήταν το πηγάδι – η ανάγκη του νερού ήταν επιτακτική – η βρυσούλα για το πλύσιμο των χεριών και του προσώπου, το φουρνάκι, όπου η νοικοκυρά θα έψηνε το ψωμί, τα φαγητά και κάποιο γλυκό, το πάτημα (όχι σε όλα τα σπίτια) και σε μικρή απόσταση το αλώνι. Έξω από το σπίτι του παππού υπήρχε ένα αλώνι όπου το μοιράζονταν τρεις οικογένειες, του παππού, του Ν. Μούρτζη και του Σ. Μπήτρου. Στην αυλή υπήρχε το κοτέτσι και τα σπιτάκια για την κατσίκα, τη προβατίνα και τα άλλα οικόσιτα ζώα.

Τέτοια νοικοκυρόσπιτα – αγροτόσπιτα ήταν πολλά στην Αίγινα, ιδίως στις αγροτικές περιοχές όπως στην Κυψέλη, στο Μεσαγρό, στο Βαθύ και στις υπόλοιπες περιοχές και χωριά σε μικρότερη κλίμακα.

Θα ήταν άδικο να μην αναφέρουμε για την Κυψέλη τους μεγάλους νοικοκυραίους:

Το Δημήτρη Χατζόπουλο, το Νικόλαο Μούρτζη (Φρεατσώτη), το Παναγιώτη Μωρόγιαννη το φούρναρη, το Σταύρο Μπήτρο, το Χαράλαμπο Παυλινέρι, τον Κυριάκο Μοίρα, το Γιώργο Πούντο, το Διονύση Μουτσάτσο (Διονυσάκη), το Γιώργο Μαρίνη (Γερούλη) τον Δημήτρη Παυλινέρη, τον Γιάννη Σακκιώτη, τον Ευάγγελο Τσαμουτσαντώνη, τον Δημήτρη Ασημαντώνη.

Στο Βαθύ: τον Παναγιώτη Στενάκη, τον Νίκο Πρωτονοτάριο (Εισαγγελέα), τον Σταμάτη Μεθενίτη, τον Μαρίνη, τον Ευάγγελο Λιαμή, τον Αλέξανδρο Πάλλη, τον Γιώργο Πετρίτη, τον Ευάγγελο Λεούση, τον Παντελή Κουκούλη, τον Παντελή Κουλικούρδη.

Και στο Μεσαγρό: τον Χαλδαίο, τον Μελόγαμπρο.

Οι αγρότες αυτοί και πολλοί άλλοι που χάριν χρόνου δεν τους αναφέρουμε ήταν από τους τελευταίους επαγγελματίες της γης. Σήμερα ελάχιστοι έχουν απομείνει. Η καλλιεργήσιμη γη έχει συρρικνωθεί.

Όλοι αυτοί που αναφέραμε είναι οι τελευταίοι κρίκοι της μεγάλης αγροτικής αλυσίδας που ξεκινά από τον 19ο αιώνα και τερματίζεται στην πέμπτη ή έκτη δεκαετία του 20ου αιώνα, όταν ο ερχομός της περήφανης φυστικιάς, αλλάζει τα δεδομένα ή ο τεμαχισμός και πώληση εκατοντάδων ή χιλιάδων κτημάτων σε Αθηναίους και Πειραιώτες ή αλλοδαπούς εραστές της Αίγινας, προς ανοικοδόμηση παραθεριστικών κατοικιών, μεταμορφώνει την παλιά ναυτική – αγροτική και ελάχιστα κτηνοτροφική Αίγινα, αλλάζει τη χρήση γης και στρέφει τους κατοίκους στην ενασχόληση με τα τουριστικά επαγγέλματα.

Στο σημείο αυτό αξίζει να υπενθυμίσουμε για την ιστορία του πράγματος, ότι το 1927 αναφέρεται από τους πρόκριτους του νησιού ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των κατοίκων ασχολείται με τη γεωργία. Η μορφολογία του εδάφους επέτρεπε αυτή την ενασχόληση λόγω της μεγάλης διαθέσιμης καλλιεργήσιμης έκτασης σε σχέση με τα γειτονικά νησιά του Πόρου και της Ύδρας των οποίων οι κάτοικοι στρέφονταν σε άλλες μορφές βιοπορισμού.

Τον 19ο αιώνα η Αίγινα ήταν καλλιεργημένη και πιο πράσινη από τα άλλα νησιά του Σαρωνικού. Στις πλαγιές των βουνών και γύρω από τους οικισμούς: Ανιτσαίο, Βλάχηδες, Λαζάριδες, Παχειά Ράχη Τζίκηδες οι γεωργοί συγκρατούσαν τα χώματα με τοίχους από ξερολιθιά, δημιουργώντας έτσι αναβαθμίδες, στις οποίες έσπερναν κριθάρι και άλλα δημητριακά ή φύτευαν ελιές, αμυγδαλιές, χαρουπιές, αχλαδιές. Χαμηλότερα έβαζαν συκιές, βερικοκιές, ροϊδιές και έσπερναν σιτάρι. Στις πεδιάδες καλλιεργούσαν αμπέλια με σταφύλια σαββατιανά, ροϊδίτες, μαυρούδια.

Ο Χέλδραϊχ αναφέρει ότι το 1989 στις πεδινές περιοχές έβαζαν αμπέλια, συκιές, ελιές, αμυγδαλιές και στις πλαγιές του βουνού έσπερναν κριθάρι, όσπρια, λαθούρι, αρακά, ρεβίθια, κουκιά, βίκο. Εξαιτίας του κλίματος τα σύκα, τα όσπρια και οι ντομάτες ωρίμαζαν πιο πρώιμα και γινόταν εξαγωγή.

Η προετοιμασία του χωραφιού άρχιζε το φθινόπωρο με το όργωμα, εποχή που επέστρεφαν οι σφουγγαράδες από τα μακρινά ταξίδια τους. Ορισμένα από αυτά τα είδη ήθελαν και ξεβοτάνισμα. Τον Ιούλιο θερίζανε τον καρπό και τον δένανε σε δεμάτια. Τα δεμάτια τα δένανε με τα δεματικά (βρίζα) τα οποία έπλεκαν κοτσίδα, γιατί ήταν το πιο ψιλό από όλα. Κατόπιν τα μετέφεραν στο αλώνι και τα αλώνιζαν με τα ζώα.

Όταν φυσούσε ο αέρας χώριζαν τον καρπό από το άχυρο με το «λύχνιασμα». Αυτό γινόταν με το θρινάκι (εργαλείο ξύλινο που είχε τη μορφή μεγάλης πιρούνας). Μετά οι γυναίκες το κοσκίνιζαν με το αλόργο το έβαζαν στα σακιά. Κρατούσαν τη σπορά της επόμενης χρονιάς και το άλλο το πήγαιναν στο μύλο με τα ζώα.

Οι πρώτοι ανεμόμυλοι στην Αίγινα κτίζονται περίπου το 1800. Η ύπαρξη πολλών ανεμόμυλων αλωνιών και πατημάτων αποδεικνύει ότι οι παλαιοί Αιγινήτες ασχολούνταν με την καλλιέργεια της γης. Αναφέρεται επίσης ότι οι Αιγινήτικοι ανεμόμυλοι άλεθαν γεννήματα και από τις αντικρινές στεριές.

Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης στους ανεμόμυλους της Αίγινας άλεθαν σιτάρι και κριθάρι για τις ανάγκες του στρατού. Όταν οι ανεμόμυλοι της Αίγινας δεν επαρκούσαν άλεθαν και στους νερόμυλους της Επιδαύρου.

Η χρήση των ανεμόμυλων περιορίστηκε σταδιακά καθώς από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα άρχισε να υποχωρεί η καλλιέργεια των σιτηρών. Το ίδιο συνέβη και με τα λιατρίβια και τα πατητήρια.

Ήταν η εποχή της άφιξης στην Αίγινα της φιστικιάς η οποία ήρθε ρίζωσε και ξερίζωσε πολλά αμπέλια, ελιές αμυγδαλιές, συκιές και άλλα δέντρα.

Ο καιρός όμως έχει γυρίσματα και σήμερα η ελιά παίρνει σιγά – σιγά την εκδίκηση της.

Οι αλλαγές στη χρήση γης, η εγκατάλειψη των παλαιών επαγγελμάτων, οδήγησε και στην αλλαγή των διατροφικών συνηθειών. Ξεχάστηκαν λόγω έλλειψης αγνών σπιτικών υλικών και δεν παρασκευάζονται πλέον φαγητά – γλυκά – ψωμί που έφτιαχναν οι παλαιές νοικοκυρές. Οι ρυθμοί της ζωής πλέον έχουν αλλάξει. Η γυναίκα εργάζεται έξω από το σπίτι άλλωστε οι ανάγκες του σύγχρονου σπιτικού είναι τεράστιες. Όλοι αυτοί οι πολλοί αποτρεπτικοί λόγοι είναι η αιτία που σήμερα νοσταλγούμε τις γεύσεις και τις οσμές της παλαιάς Αιγινήτικης κουζίνας, όταν η νοικοκυρά αφιέρωνε χρόνο, διέθετε μεράκι και πολύ αγάπη για να μαγειρέψει, να ψήσει τα ψωμιά της, να δέσει το γλυκό, να πήξει το γερεμέζι, να σφάξει τον κόκορα, να ετοιμάσει το τραπέζι του αντρός της που θα γύριζε κουρασμένος από τη δουλειά.



Ακολουθήστε το Aegina Portal στο Google News

google-news.png
Το σύνολο του περιεχομένου του Aegina Portal είναι πρωτότυπο, αποτέλεσμα δημοσιογραφικής έρευνας και προστατεύεται από τους νόμους περί πνευματικών δικαιωμάτων.
Απαγορεύεται η αντιγραφή ολόκληρου ή μέρους αυτού χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια.

Tune in Apps

Ακούστε το Aegina Portal Talk Radio από το λογαριασμό μας στο Tunein

Aegina Portal Talk Radio

Μπορείτε επίσης να χρησιμοποιήσετε έναν εξωτερικό player:


iTunes.png vlc.png winamp.png wmp.png